Καθώς οι παγκόσμιοι πόροι μειώνονται και οι ανάγκες αυξάνονται, η επιστήμη αναζητά νέες διατροφικές λύσεις. Μια από τις πιο ανατρεπτικές προτάσεις είναι το λεγόμενο «γάλα κατσαρίδας», το οποίο μπορεί να φαίνεται αηδιαστικό, αλλά φέρεται να είναι άκρως θρεπτικό και κατάλληλο για άτομα με δυσανεξία στη λακτόζη.

Τι είναι το «γάλα» κατσαρίδας;

Δεν παράγεται από τις κοινές οικιακές κατσαρίδες, αλλά από ένα συγκεκριμένο είδος, τη Diploptera punctata, γνωστή και ως κατσαρίδα του Ειρηνικού, η οποία γεννά ζωντανά μικρά και τα τρέφει με ένα γαλακτώδες υγρό – κρυστάλλους πρωτεΐνης.

Έρευνα του 2016 αποκάλυψε ότι το «γάλα» αυτό περιέχει τρεις φορές περισσότερες θερμίδες από το βουβαλίσιο γάλα (περίπου 700 θερμίδες ανά φλιτζάνι) και είναι πλούσιο σε πρωτεΐνες, καλά λιπαρά και σάκχαρα, κάνοντάς το ένα από τα πιο θρεπτικά φυσικά υγρά. Περιέχει και τα εννέα απαραίτητα αμινοξέα, καθιστώντας το πλήρη πηγή πρωτεΐνης.

Οικολογικό αλλά δύσκολα βιώσιμο

Η παραγωγή του θεωρείται πιο φιλική προς το περιβάλλον από τη γαλακτοκομία, καθώς απαιτεί λιγότερους πόρους. Ωστόσο, για να παραχθούν μόλις 100 ml, απαιτείται η θανάτωση περίπου 1.000 θηλυκών κατσαρίδων, γεγονός που καθιστά την παραγωγή του αντιοικονομική και ηθικά αμφιλεγόμενη.

Παρά την υψηλή θρεπτική αξία, δεν υπάρχει ακόμη επαρκής επιστημονική τεκμηρίωση για την ασφάλεια της κατανάλωσής του από ανθρώπους, ειδικά για ευπαθείς ομάδες.

Το «γάλα κατσαρίδας» ενδέχεται να παίξει ρόλο σε μελλοντικές διατροφικές καινοτομίες, αλλά προς το παρόν παραμένει στα εργαστήρια και όχι στα ποτήρια μας.