Από τις βρετανικές διακηρύξεις περί ελευθερίας στις αντιστάσεις της αποικιακής διοίκησης, ένα πρωτοσέλιδο φωτίζει το διαχρονικό κυπριακό ερώτημα: πότε ο κοινοβουλευτικός λόγος γίνεται πολιτική πράξη;
Του Κρίστοφερ Σταύρου Πιτσιλλίδη*
Η εξουσία δεν δυσκολεύεται να ακούσει ένα ευχαριστώ. Δυσκολεύεται όταν πρέπει να απαντήσει σε μια διεκδίκηση. Ιδίως όταν η διεκδίκηση στηρίζεται στις αρχές που η ίδια διακηρύσσει. Τότε δοκιμάζεται το περιεχόμενο των λόγων της και αποκαλύπτονται τα όρια της ανοχής της.
Ένα τέτοιο επεισόδιο καταγράφει η «Φωνή της Κύπρου» στο φύλλο της 11/24 Απριλίου 1915. Ο τίτλος του κύριου άρθρου, «Τα απροσδόκητα της Κυπριακής Βουλής», προϊδέαζε για μια σύγκρουση που ξεπερνούσε την κοινοβουλευτική διαδικασία. Αφορούσε τη σχέση ανάμεσα στις υποσχέσεις της Βρετανίας και στις προσδοκίες των Κυπρίων.

Στο Νομοθετικό Συμβούλιο συζητούνταν η αποκριτική διεύθυνση: η επίσημη απάντηση στον εναρκτήριο λόγο του Ύπατου Αρμοστή. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η πρώτη παράγραφος, με τα συγχαρητήρια προς τον Αρμοστή για τον λόγο του, εγκρίθηκε από τα αγγλικά και τα ελληνικά μέλη. Η συμφωνία σταμάτησε εκεί όπου άρχιζαν οι πολιτικές απαιτήσεις.
Η δεύτερη παράγραφος αναφερόταν στους εθνικούς πόθους του κυπριακού λαού. Η τρίτη στην απελευθερωτική δράση της Αγγλίας και των συμμάχων της και στο δικαίωμα των εθνοτήτων. Απέναντι σε αυτές τις αναφορές, τα κυβερνητικά μέλη αντιτάχθηκαν. Η ευχαριστία ήταν αποδεκτή. Η επίκληση των ίδιων των βρετανικών αρχών προς όφελος της Κύπρου συναντούσε αντίσταση.
Χρειάζεται εδώ ακρίβεια. Η εφημερίδα δεν επέκρινε τους Έλληνες αιρετούς επειδή εξέφρασαν συγχαρητήρια και κατόπιν διεκδικήσεις. Έστρεφε την κριτική της στα κυβερνητικά μέλη, τα οποία δέχονταν την πρώτη παράγραφο και αντιμάχονταν τις επόμενες. Μέσα στην ίδια αίθουσα συνυπήρχαν η ευγένεια προς τη διοίκηση και η καταγγελία της πολιτικής της. Η συναίνεση στην ευγένεια δεν συνεπαγόταν συναίνεση στην ουσία.

Η Βρετανία διεξήγε τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο επικαλούμενη αρχές ελευθερίας και δικαιοσύνης. Η εφημερίδα έπαιρνε αυτές τις διακηρύξεις στα σοβαρά και ζητούσε να έχουν συνέπειες και για την Κύπρο. Δεν μπορούσε, κατά τη συλλογιστική της, μια αρχή να παρουσιάζεται ως καθολική και η εφαρμογή της να σταματά όταν έφτανε στο νησί.
Σήμερα γνωρίζουμε περισσότερα για την πορεία εκείνων των προσδοκιών. Οφείλουμε, όμως, να διαβάζουμε το τεκμήριο μέσα στον χρόνο του. Τον Απρίλιο του 1915 ο συντάκτης εξέφραζε ελπίδα και πολιτική απαίτηση. Δεν κατέγραφε μια εξασφαλισμένη δικαίωση.
Στο τέλος του άρθρου υποστήριζε ότι, ακόμη κι αν οι κυβερνητικοί εμπόδιζαν την αποτύπωση των ελληνικών θέσεων στην επίσημη απάντηση, η φωνή της μεγάλης πλειονότητας θα έφτανε στα βρετανικά ανάκτορα, στο Κοινοβούλιο και στα υπουργεία. Η θέση του ήταν σαφής: η δυνατότητα της διοίκησης να περιορίζει ένα έγγραφο δεν της έδινε το δικαίωμα να θεωρεί ανύπαρκτη τη διεκδίκηση που αυτό θα εξέφραζε.
Εκατόν έντεκα χρόνια αργότερα, η Κύπρος διαθέτει ανεξάρτητο κράτος και Βουλή των Αντιπροσώπων. Το αποικιακό Νομοθετικό Συμβούλιο ανήκει σε άλλη θεσμική και πολιτική πραγματικότητα. Η σημερινή Βουλή έχει εξουσίες και ευθύνες που εκείνοι οι αιρετοί δεν διέθεταν. Αυτή η διαφορά αυξάνει τις απαιτήσεις μας από αυτήν.
Ο κοινοβουλευτικός έλεγχος διαθέτει διαδικασίες, ερωτήσεις, απαντήσεις και πρακτικά. Η πολιτική του αξία κρίνεται από την επιμονή με την οποία ασκείται. Μια αόριστη απάντηση απαιτεί συγκεκριμένη επαναφορά. Μια δέσμευση απαιτεί παρακολούθηση. Μια προθεσμία που πέρασε απαιτεί εξήγηση.

Η ανακοίνωση ότι ένα θέμα «συζητήθηκε στη Βουλή» δεν αρκεί για τον πολίτη που εξακολουθεί να περιμένει. Η συζήτηση πρέπει να προσδιορίζει την ευθύνη και να ανοίγει δρόμο για λύση. Διαφορετικά, η εκκρεμότητά του αποκτά αριθμό συνεδρίας, αλλά παραμένει εκκρεμότητα.
Το ίδιο ισχύει για τις αρχές που επικαλούνται τα κόμματα και οι βουλευτές. Η συνέπειά τους δοκιμάζεται όταν η εφαρμογή μιας αρχής έχει πολιτικό κόστος για τους ίδιους. Εκεί φαίνεται αν ο έλεγχος υπηρετεί τη δημόσια ευθύνη ή περιορίζεται στις υποθέσεις που προσφέρονται για αντιπολιτευτική αξιοποίηση. Ο πολίτης έχει δικαίωμα να συγκρίνει τη δήλωση με την ψήφο και την απαίτηση με τη συνέχεια που της δόθηκε.
Το πρωτοσέλιδο του 1915 διασώζει μια σύγκρουση ανάμεσα σε όσα διακηρύσσονταν και σε όσα γίνονταν αποδεκτά στην πράξη. Η αξία του για το σήμερα βρίσκεται ακριβώς εκεί. Μας καλεί να εξετάζουμε ποια συνέχεια έχουν οι μεγάλες λέξεις όταν τελειώσουν οι ομιλίες.
Η σημερινή Βουλή κρίνεται από το αν χρησιμοποιεί τις εξουσίες της για να δίνει βάρος στη φωνή της κοινωνίας. Από το αν επιμένει, ελέγχει και απαιτεί λογοδοσία.
Γιατί ο πολίτης δεν εκλέγει αντιπροσώπους για να του επιστρέφουν το παράπονό του σε επίσημη γλώσσα.
Πηγές: «Φωνή της Κύπρου», 11/24 Απριλίου 1915, «Τα απροσδόκητα της Κυπριακής Βουλής», ημερήσιος Τύπος της εποχής από το αρχείο του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών / Βουλή των Αντιπροσώπων, κοινοβουλευτικός έλεγχος και πρακτικά ολομέλειας.
*Ο Κρίστοφερ Σταύρου Πιτσιλλίδης είναι ιστοριοδίφης και ερευνητής της συλλογικής μνήμης. Αναζητεί στα παλιά πρακτικά και στον Τύπο της εποχής τη διαδρομή από τις πολιτικές διακηρύξεις στις πράξεις και όσα εξακολουθεί να περιμένει ο πολίτης ανάμεσά τους.



