Σήμερα στην Κύπρο η ημερομηνία προσφέρεται για ένα «φτου, φτου». Πριν από 144 χρόνια, μια παρέα αποφάσισε να καλέσει την κακοτυχία σε δείπνο. Και ο Όσκαρ Ουάιλντ είχε τις αντιρρήσεις του.
Για να μπεις στην αίθουσα, έπρεπε να περάσεις κάτω από σκάλα. Στο τραπέζι σε περίμενε καθρέφτης για να τον σπάσεις. Το αλάτι θα το έριχνες επίτηδες. Και αν όλο αυτό σου φαινόταν κακή ιδέα, οι μικρές νεκροκεφαλές στη διακόσμηση δεν θα σε βοηθούσαν να ηρεμήσεις. Δεν ήταν σκηνή από ταινία τρόμου. Ήταν δείπνο ανθρώπων που είχαν αποφασίσει να ξεφορτωθούν τον φόβο τους γελώντας κατάμουτρά του.
Σήμερα, Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2026, αξίζει να θυμηθούμε εκείνους που δεν αναρωτήθηκαν από πού ήρθε η γρουσουζιά. Της έβαλαν πιάτο, της τράβηξαν καρέκλα και περίμεναν να εμφανιστεί.
Η ιστορία αρχίζει στη Νέα Υόρκη. Στις 13 Ιανουαρίου 1882, ημέρα Παρασκευή, ο William Fowler συγκέντρωσε άλλους δώδεκα άνδρες στο Knickerbocker Cottage. Ήταν η πρώτη συνάντηση της «Λέσχης των Δεκατριών», του Thirteen Club. Η επιλογή ήταν μελετημένη: δεκατρείς συνδαιτυμόνες, στην αίθουσα 13, με γεύμα δεκατριών πιάτων. Αν ο αριθμός είχε κακές προθέσεις, του πρόσφεραν όλες τις ευκαιρίες.

Πάνω τους κρεμόταν η λατινική επιγραφή «Morituri te salutamus»: «Όσοι πρόκειται να πεθάνουμε σε χαιρετούμε». Σύμφωνα με την ιστορική παρουσίαση του South Street Seaport Museum, και οι δεκατρείς ήταν ζωντανοί έναν χρόνο αργότερα. Η λέσχη συνέχισε τις συναντήσεις της. Στις συλλογές του μουσείου σώζεται ακόμη κατάλογος κρασιών της, με δεκατρείς επιλογές ποτών. Η κακοτυχία απέκτησε και κάβα.
Φυσικά, ένα δείπνο δεν είναι επιστημονικό πείραμα. Ήταν, όμως, μια δημόσια πρόκληση προς μια πίστη που μπορούσε να κυβερνήσει την πιο απλή κοινωνική στιγμή: πόσοι επιτρέπεται να καθίσουν μαζί στο τραπέζι. Ο Fowler έκανε τον αριθμό που οι άλλοι απέφευγαν σήμα κατατεθέν της παρέας του.
Η ιδέα βρήκε συνέχεια στο Λονδίνο. Στα απομνημονεύματά του, ο σκιτσογράφος Harry Furniss περιγράφει το δείπνο της λονδρέζικης λέσχης στις 13 Ιανουαρίου 1894, στο Holborn Restaurant. Δεκατρία τραπέζια, δεκατρείς θέσεις στο καθένα, σταυρωμένα μαχαιροπίρουνα και άφθονο αλάτι για σκόρπισμα. Εκείνος είχε δεχθεί να προεδρεύσει, νομίζοντας ότι επρόκειτο για μια μικρή, ήσυχη συγκέντρωση. Βρέθηκε πρωταγωνιστής ενός θεάματος που είχε ήδη τραβήξει την προσοχή του Τύπου.

Το πιο ωραίο ήταν η ανατροπή της πρόποσης. Αντί να καλεί τους παρευρισκομένους να πιουν μαζί του, ο πρόεδρος τους καλούσε να χύσουν αλάτι. Ύστερα ερχόταν η σειρά των καθρεφτών. Ο Furniss θυμάται το διαδοχικό σπάσιμό τους πάνω στα τραπέζια. Αν υπάρχει κάποιος που δικαιούνταν να θεωρήσει τη βραδιά γρουσούζικη, ήταν μάλλον εκείνος που θα καθάριζε.
Η είδηση ταξίδεψε μέχρι τη Νέα Ζηλανδία. Η Daily Telegraph του Napier, στις 31 Μαρτίου 1894, περιέγραψε αλατιέρες σε σχήμα μικρών φερέτρων και κουταλάκια σαν φτυάρια νεκροθάφτη. Ανέφερε επίσης ότι κάποιοι που είχαν προμηθευτεί εισιτήρια δεν εμφανίστηκαν. Ο ομιλητής αναρωτήθηκε αν φοβήθηκαν την τελευταία στιγμή ή αν τους εμπόδισαν οι σύζυγοί τους. Ακόμη και η εκστρατεία κατά της πρόληψης είχε τις απώλειες προσέλευσης.

Ένας προσκεκλημένος, πάντως, αρνήθηκε με πολύ καλύτερο τρόπο: ο Όσκαρ Ουάιλντ.
Στην επιστολή του, που διασώζεται στη συλλογή Miscellanies, εξηγούσε ότι αγαπούσε τις δεισιδαιμονίες επειδή έδιναν χρώμα στη σκέψη και στη φαντασία. «Αφήστε μας λίγη εξωπραγματικότητα», τους ζητούσε. Και έκλεινε την άρνησή του με την απολαυστική παρατήρηση ότι το 13 ήταν τυχερός αριθμός. Οι άλλοι ήθελαν να διώξουν τον παραλογισμό από το τραπέζι. Ο Ουάιλντ φοβόταν μήπως μαζί του διώξουν και τη γοητεία.
Εδώ η ιστορία βρίσκει θέση και σε ένα σημερινό κυπριακό τραπέζι. Φανταστείτε δεκατρείς φίλους σε μια ταβέρνα της Λευκωσίας. Κάποιος μετρά τις καρέκλες, κάποιος λέει «φέρε ακόμη έναν» και ένας τρίτος δηλώνει ότι δεν πιστεύει σε αυτά — αλλά, αφού υπάρχει χώρος, γιατί να μην καθίσει και ο κουμπάρος; Ο δέκατος τέταρτος γίνεται ξαφνικά πιο χρήσιμος από τον μάγειρα.

Το γούρι μπορεί να είναι παιχνίδι, ανάμνηση της γιαγιάς, μια αφορμή να γελάσει η παρέα. Το ερώτημα αρχίζει όταν ο φόβος μάς σηκώνει από την καρέκλα: όταν ακυρώνουμε κάτι που θέλουμε, αναβάλλουμε μια αρχή ή ζητάμε από έναν αριθμό να αποφασίσει για λογαριασμό μας.
Η «Λέσχη των Δεκατριών» έδωσε μια απάντηση με χιούμορ, καλό φαγητό και υπερβολική διακόσμηση. Ο Ουάιλντ πρόσθεσε την ένσταση της φαντασίας. Μπορούμε να κρατήσουμε και τα δύο: να απολαμβάνουμε τις ιστορίες χωρίς να τους παραδίδουμε τις αποφάσεις μας.

Κι αν βρεθείτε δεκατρείς στο τραπέζι σήμερα, η πρώτη ερώτηση ας είναι αν φτάνει ο μεζές.
Πηγές: South Street Seaport Museum, συλλογή Thirteen Club / Harry Furniss, The Confessions of a Caricaturist, τόμος Β΄, 1901 / Daily Telegraph, Napier, 31.3.1894, Εθνική Βιβλιοθήκη Νέας Ζηλανδίας / Oscar Wilde, Miscellanies, «The Thirteen Club».



