Από τους φακέλους που κάηκαν μέχρι τις υποθέσεις που παραμένουν στο γκρίζο, η Κύπρος χρειάζεται διαφύλαξη των τεκμηρίων και συστηματική δημόσια πρόσβαση στην κρατική της μνήμη.
Κάθε τόσο, ένα αποχαρακτηρισμένο βρετανικό έγγραφο για την Κύπρο γίνεται είδηση. Ένα τηλεγράφημα, ένα πρακτικό, μια υπηρεσιακή εκτίμηση του Foreign Office. Το διαβάζουμε, το συζητούμε, αναζητούμε πίσω από τις γραμμές του τι γνώριζαν οι ξένοι, τι επιδίωκαν και τι μας έλεγαν. Και κάπου εκεί προκύπτει η ερώτηση: τα δικά μας έγγραφα πότε θα τα διαβάσουμε;
Ακούμε ακόμη για τη δολοφονία του Πολύκαρπου Γιωρκάτζη, για απαγωγές και σκοτεινές υποθέσεις, για πραγματικά γεγονότα πάνω στα οποία συσσωρεύονται ανεπιβεβαίωτες ερμηνείες. «Το ήξερε», «τον ειδοποίησαν», «το συμφώνησαν», «τον πρόδωσαν». Οι εκδοχές περνούν από γενιά σε γενιά και οι υποψίες κληρονομούνται μαζί με τις πολιτικές μας ταυτότητες. Μια κατηγορία, αν επαναληφθεί αρκετά, αρχίζει να ακούγεται σαν αποδεδειγμένο γεγονός.
Έτσι μένουμε σε ένα μόνιμο γκρίζο. Η μαρτυρία, η φήμη και η συκοφαντία βρίσκονται στο ίδιο τραπέζι, χωρίς ο πολίτης να έχει πάντοτε πρόσβαση στα στοιχεία που θα του επέτρεπαν να τις ξεχωρίσει. Αν τα σχετικά αρχεία είχαν διαφυλαχθεί και ήταν προσβάσιμα, θα μπορούσαμε να ελέγξουμε περισσότερους ισχυρισμούς, να καταρρίψουμε ανακρίβειες και να προσδιορίσουμε καθαρότερα όσα παραμένουν άγνωστα. Θα είχαμε λιγότερο χώρο για αυθαίρετες βεβαιότητες.


Στη Βρετανία, τα κυβερνητικά αρχεία που επιλέγονται για μόνιμη διαφύλαξη μεταφέρονται κατά κανόνα στα αρχεία στα είκοσι χρόνια, αντί των παλαιότερων τριάντα. Η πρόσβαση υπόκειται σε εξαιρέσεις και ορισμένοι φάκελοι παραμένουν κλειστοί. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Εκτελεστικό Διάταγμα 13526 προβλέπει αυτόματο αποχαρακτηρισμό διαβαθμισμένων αρχείων μόνιμης ιστορικής αξίας στα είκοσι πέντε χρόνια, με συγκεκριμένες εξαιρέσεις και δυνατότητες παράτασης.
Τα συστήματα αυτά έχουν περιορισμούς. Δημιουργούν, όμως, μια βασική προσδοκία: η κρατική μυστικότητα έχει χρονικό ορίζοντα και η συνέχισή της χρειάζεται αιτιολόγηση. Ο ιστορικός, ο δημοσιογράφος και ο πολίτης μπορούν να αναζητήσουν το υλικό πάνω στο οποίο στηρίχθηκαν αποφάσεις.

Στην Κύπρο υπάρχει ήδη θεσμική βάση. Ο περί Κρατικού Αρχείου Νόμος του 1991 προβλέπει μεταφορά των δημόσιων αρχείων που επιλέγονται για μόνιμη διαφύλαξη μέσα σε τριάντα χρόνια, με δυνατότητα εξαιρέσεων. Η πρόσβαση συνδέεται με τη νομοθεσία για το δικαίωμα πρόσβασης σε πληροφορίες. Ο ίδιος νόμος προβλέπει διαδικασίες επιλογής και καταστροφής αρχείων. Συνεπώς, το κράτος διαθέτει πλαίσιο για να αποφασίζει τι διατηρεί και τι αποσύρει.
Χρειάζεται, όμως, μια σταθερή, ελέγξιμη διαδικασία αποχαρακτηρισμού και διάθεσης ιστορικών αρχείων στο κοινό. Η μεταφορά ενός φακέλου, η άρση της διαβάθμισής του και η δημόσια πρόσβαση στο περιεχόμενό του είναι διαφορετικά βήματα. Ο πολίτης πρέπει να μπορεί να γνωρίζει πού βρίσκεται ο φάκελος και τι εμποδίζει την εξέτασή του.
Βέβαια, για να ανοίξεις έναν φάκελο, πρέπει πρώτα να τον έχεις διαφυλάξει. Και εδώ η κυπριακή πραγματικότητα μάς έχει προσφέρει περιστατικά που ξεπερνούν τη σάτιρα.
Το 2003, επί προεδρίας Τάσσου Παπαδόπουλου, αποκαλύφθηκε υπόθεση καταστροφής εγγράφων του Υπουργείου Υγείας. Η αστυνομική έκθεση, που δημοσιοποιήθηκε μαζί με προεδρική δήλωση στις 29 Ιουλίου, κατέγραφε την κατάθεση κλητήρα ότι μετέφερε φακέλους με υπηρεσιακό όχημα στο Ακάκι και τους έκαιγε στον φούρνο της κουνιάδας του. Στην ίδια έκθεση αναφερόταν ότι κανένας από όσους συμμετείχαν στη συσκευασία, μεταφορά και καταστροφή δεν κράτησε σημειώσεις για την ποσότητα και το είδος των εγγράφων.

Η έρευνα κατέγραψε επίσης ότι στα έγγραφα που παρέδωσε στην Αστυνομία ο «Φιλελεύθερος» υπήρχαν 1.363 απόρρητα, ένα άκρως απόρρητο και 66 χωρίς διαβάθμιση. Οι αριθμοί αυτοί αφορούν όσα παραδόθηκαν στην Αστυνομία και δεν αποτελούν απογραφή όσων κάηκαν. Το κρίσιμο είναι ότι η διαχείριση κρατικών εγγράφων είχε φτάσει στον οικιακό φούρνο, χωρίς επαρκή καταγραφή του τι καταστρεφόταν.
Δημοσιεύματα της εποχής κατέγραφαν αντιφάσεις στο αστυνομικό πόρισμα και διαφορετικές καταθέσεις για τη μεταφορά και την καύση των φακέλων. Ο τότε αντιπρόεδρος του ΔΗΣΥ Σωκράτης Χάσικος υποστήριζε ότι υπήρχαν καθιερωμένες διαδικασίες διαχείρισης των απορρήτων, με φύλαξη σε ασφαλή μεταλλικά ερμάρια. Το ερώτημα παραμένει: πώς περνά ένα κρατικό έγγραφο από το ασφαλές ερμάρι στο φουρνί; Και ποιος καταγράφει αυτή τη διαδρομή, ώστε αργότερα να μπορεί να ελεγχθεί;

Ο Τύπος δεν άφησε το περιστατικό ασχολίαστο. Η «Σημερινή» έγραφε «Φούρνος για ψωμιά και… έγγραφα», ενώ άλλο σατιρικό σχόλιο έφερε τον τίτλο «Έγγραφα του φούρνου και… μπανάνες “οφτές”». Το κυπριακό χιούμορ είχε ήδη βρει τις λέξεις του. Ο φούρνος, όμως, είχε καταπιεί τις λέξεις των φακέλων. Κι εκεί όπου ο αναγνώστης μπορούσε να γελάσει, ο μελλοντικός ερευνητής θα έβρισκε ένα κενό που κανένα λογοπαίγνιο δεν μπορούσε να καλύψει.
Δέκα χρόνια αργότερα, στις 28 Φεβρουαρίου 2013, η παράδοση της προεδρίας από τον Δημήτρη Χριστόφια στον Νίκο Αναστασιάδη έφερε μπροστά στις κάμερες μια άλλη πλευρά του προβλήματος: τη διαφωνία για το ποια αρχεία προηγούμενων προεδριών είχαν παραδοθεί στο Προεδρικό. Τη στιχομυθία αναδημοσίευσε ο ιστορικός Πέτρος Παπαπολυβίου. Η συνέχεια της κρατικής μνήμης εμφανιζόταν ως ζήτημα συνεννόησης μεταξύ προσώπων, ενώ όφειλε να διασφαλίζεται με καταγεγραμμένες θεσμικές διαδικασίες.

Μήπως, λοιπόν, πρέπει να καθιερώσουμε μια ετήσια, δημόσια διαδικασία ανοίγματος των ιστορικών κρατικών αρχείων; Με κατάλογο των φακέλων που γίνονται προσβάσιμοι, ψηφιοποιημένα έγγραφα όπου είναι εφικτό και σαφή ενημέρωση για όσα παραμένουν κλειστά. Για κάθε παράταση, συγκεκριμένη αιτιολογία, ημερομηνία επανεξέτασης και δυνατότητα ελέγχου από αρμόδιο ανεξάρτητο όργανο.

Παράλληλα, χρειάζονται πλήρη μητρώα παραλαβής και παράδοσης, ασφαλή αντίγραφα και έλεγχος πριν από οποιαδήποτε καταστροφή. Όταν ένας φάκελος λείπει, να καταγράφεται ποιος τον είχε, πότε αναζητήθηκε και τι έρευνα έγινε. Η φράση «δεν εντοπίστηκε» πρέπει να σηματοδοτεί την αρχή της διερεύνησης.
Η εθνική ασφάλεια, οι ζωντανές πηγές και η ιδιωτική ζωή χρειάζονται προστασία. Κάθε περιορισμός, όμως, πρέπει να εξετάζεται συγκεκριμένα. Όπου αρκεί η απόκρυψη ενός ονόματος ή μιας παραγράφου, να μπορεί να ανοίγει το υπόλοιπο έγγραφο.

Τα αρχεία δεν περιέχουν ολόκληρη την αλήθεια. Ένα διπλωματικό τηλεγράφημα καταγράφει και την οπτική του συντάκτη του· μια υπηρεσιακή έκθεση μπορεί να έχει λάθη ή σκοπιμότητες. Χρειάζονται διασταύρωση και μελέτη. Παρέχουν, όμως, έδαφος πάνω στο οποίο ένας ισχυρισμός μπορεί να ελεγχθεί. Μπορούν να αποκαλύψουν ευθύνες, αλλά και να αποκαταστήσουν ανθρώπους που κατηγορήθηκαν άδικα.
Ένα σύγχρονο κράτος οφείλει να διασφαλίζει ότι οι πολίτες μπορούν να γνωρίζουν τι αποδεικνύεται, τι διαψεύδεται και τι ακόμη αγνοούμε. Η πρόσβαση στα τεκμήρια μπορεί να φωτίσει πραγματικές συνωμοσίες, αλλά και να στερήσει έδαφος από τη συνωμοσιολογία. Αυτή η υποχρέωση πρέπει να ισχύει για όλες τις κυβερνήσεις, για όλα τα κόμματα και για όλα τα πρόσωπα.

Ας αφήσουμε, λοιπόν, τον φούρνο του χωριού να ψήνει ψωμί — και, αν θέλουμε, μπανάνες οφτές. Οι φάκελοι του κράτους πρέπει να φτάνουν στους ερευνητές και στους πολίτες. Γιατί όσο τα τεκμήρια παραμένουν απρόσιτα, οι ψίθυροι θα συνεχίζουν να γράφουν την ιστορία μας.
Πηγές: Ημερήσιος Τύπος της εποχής, από το αρχείο του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών / Προεδρική δήλωση και αστυνομική έκθεση, 29.7.2003, StockWatch / The National Archives / National Archives ΗΠΑ, Executive Order 13526 / Ν. 208/1991, όπως τροποποιήθηκε / Πέτρος Παπαπολυβίου, «Τα αρχεία των προέδρων της Κύπρου», 2.3.2013.



