Η μετάβαση από την απόλυτη κυριαρχία των παραδοσιακών κόμματων στην εποχή της επιρροής των ηλεκτρονικών μέσων κοινωνικής δικτύωσης δεν αποτελεί απλώς μια τεχνολογική εξέλιξη, αλλά μια βαθιά μεταβολή στον τρόπο με τον οποίο συγκροτείται, εκφράζεται και προβάλλεται η πολιτική παρουσία.

Η πολιτική, αντί να εμβαθύνει, επιφανειακοποιείται ακόμη περισσότερο. Ο πολιτικός λόγος υποχωρεί ακόμη πιο ολοκληρωτικά μπροστά στην εικόνα, και η πολιτική σκέψη παραμερίζεται από την αναζήτηση «απήχησης (κλικς, likes, κλπ)».

Ο μέσος εκφραστής της εν λόγω μετατόπισης: δεν εκπροσωπεί ιδέες ή ένα συλλογικό αφήγημα· Αντ’ αυτού εκπροσωπεί τον εαυτό του, κατασκευασμένο μέσα από μια στρατηγική αυτοπροβολής που προσαρμόζεται στις απαιτήσεις του αλγορίθμου και όχι στις κοινωνικές τάσεις, αλλά όχι τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας. Ενώ παράλληλα κεφαλαιοποιεί την δυσαρέσκεια τον πολιτών απέναντι στο πολιτικό σύστημα και την απόσταση τους από το πολιτικό γίγνεσθαι και την ουσιαστική πολιτική αναζήτησή.

Όπως τα κόμματα στο παρελθόν λειτουργούσαν, σε μεγάλο βαθμό, ως αναλογικά κοινωνικά δίκτυα και ως μηχανισμοί προβολής και ανάδειξης ατόμων, πολλές φορές χωρίς σαφές πολιτικό όραμα ή στίγμαέτσι και σήμερα, τα ψηφιακά κοινωνικά δίκτυα έχουν αναλάβει έναν αντίστοιχο ρόλο. Αναδεικνύουν πρόσωπα όχι απαραίτητα λόγω των ιδεών, της συνέπειας, του πολιτικού τους υποβάθρου ή του έργου τους, αλλά κυρίως εξαιτίας της δεξιοτεχνίας τους στον χειρισμό των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και της ικανότητάς τους να κατασκευάζουν ελκυστικά, αλλά συχνά κενά περιεχομένου , αφηγήματα.

Σε αυτό το νέο πεδίο, η επιδεξιότητα στην αυτοπροβολή μετατρέπεται σε υποκατάστατο της πολιτικής ταυτότητας και της ενδοκομματικής κυριαρχίας που αποτελούσαν για χρόνια και εξακολουθούν να αποτελούν σε μεγάλο βαθμό τα κυρίαρχα εφαλτήρια μιας επιτυχούς πολιτικής πορείας. Συνεπώς, η πολιτική δράση αντικαθίσταται σταδιακά από τη διαχείριση περιεχομένου και η στρατηγική από αλγοριθμική απήχηση. Σε μια τέτοια πραγματικότητα, το κοινό δεν καλείται να αξιολογήσει πολιτικές θέσεις, αλλά να καταναλώσει εικόνες και στιγμιότυπα.

Η δημόσια εικόνα ενός πολιτικού με την συγκεκριμένη προσέγγιση, μοιάζει περισσότερο με προϊόν επιμελημένης σκηνοθεσίας παρά αυθεντικής πολιτικής παρουσίας, συντηρείται από μια επικοινωνιακή στρατηγική που επικεντρώνεται στο πρόσωπο του και όχι στις ιδέες του.

Η πολιτική φαίνεται να λειτουργεί ως φόντο για την προσωπική ανάδειξη και όχι ως πεδίο προσφοράς, αλλά ως εργαλείο επιβεβαίωσης.Το έλλειμμα σοβαρότητας δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να καλυφθεί με επιφανειακές κινήσεις ή με την περιστασιακή επίκληση «πολιτικών προτάσεων». Οι πολίτες, και κυρίως οι νέοι, έχουν την ανάγκη για πρόσωπα που δεν επενδύουν μόνο στην εικόνα τους, αλλά που καταθέτουν ουσιαστικό, τεκμηριωμένο και μαχητικό πολιτικό λόγο και να προβάλλουν μια ουσιαστική προοπτική.

Το ζητούμενο δεν είναι απλώς η άσκηση κριτικής σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ατόμων και καταστάσεων, αλλά η επίγνωση ενός ευρύτερου φαινομένου: της αποπολιτικοποίησης του

πολιτικού γίγνεσθαι, η οποία καλύπτεται με τον μανδύα της «συμμετοχής», και της ανάδειξης προσώπων με βάση την «τεχνογνωσία της αυτοπροώθησης» και όχι την ποιότητα της σκέψης τους και την γενικότερη και ουσιώδη τεχνογνωσία. Σε αυτό το περιβάλλον, η ευθύνη όλων μας είναι να αναγνωρίζουμε τη διαφορά ανάμεσα στην πολιτική ως δημόσιο αγαθό και στην πολιτική ως μηχανισμό, προβολής και προσωπικής ανάδειξης.

Δρ Χάρης Φ. Σοφοκλέους,

Πανεπιστημιακός, Ερευνητής