Το Ανώτατο Δικαστήριο του Ισραήλ ανέτρεψε αποφάσεις κατώτερων δικαστηρίων που επέτρεπαν σε ζευγάρι ανδρών να προχωρήσει στην υιοθεσία δύο παιδιών τα οποία γεννήθηκαν μέσω παρένθετης μητρότητας στα κατεχόμενα της Κύπρου.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της ισραηλινής εφημερίδας Makor Rishon, στις 12 Οκτωβρίου 2026, η υπόθεση ανέδειξε σοβαρά νομικά ζητήματα σχετικά με τις διαδικασίες παρένθετης μητρότητας στο βόρειο κατεχόμενα τμήμα της Κύπρου, καθώς και ανησυχίες για πιθανή εμπορία ανθρώπων.
Η διαδικασία στα κατεχόμενα
Το ζευγάρι Ισραηλινών προσέφυγε σε διαδικασία παρένθετης μητρότητας στα κατεχόμενα, παρά τις προηγούμενες προειδοποιήσεις των ισραηλινών αρχών για τους νομικούς κινδύνους τέτοιων διαδικασιών.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, οι αρχές του Ισραήλ είχαν προειδοποιήσει ότι δεν υφίστανται διπλωματικές σχέσεις με το αποσχιστικό καθεστώς, το οποίο δεν αναγνωρίζεται διεθνώς, πλην της Τουρκίας. Παράλληλα, η παρένθετη μητρότητα δεν διαθέτει σαφές νομοθετικό πλαίσιο στα κατεχόμενα.
Στην υπόθεση εμπλέκονταν δύο γυναίκες, πιθανότατα υπήκοοι Γεωργίας, στις οποίες εμφυτεύθηκαν γονιμοποιημένα ωάρια με γενετικό υλικό των δύο ανδρών. Γεννήθηκαν δύο παιδιά, ένα αγόρι και ένα κορίτσι.
Μετά τη γέννηση, οι γυναίκες υπέγραψαν έγγραφα παραίτησης από τα γονικά τους δικαιώματα, συνταγμένα στα εβραϊκά και στα γεωργιανά.
Ωστόσο, σύμφωνα με το δημοσίευμα, τα έγγραφα αυτά δεν επαρκούσαν για τη νόμιμη διακοπή της γονικής σχέσης με τις παρένθετες μητέρες.
Υποψίες για εμπορία ανθρώπων
Η γενική εισαγγελέας του Ισραήλ αντιτάχθηκε στην αίτηση υιοθεσίας, υποστηρίζοντας ότι οι συνθήκες υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκε η διαδικασία δημιουργούσαν υπόνοιες για εμπορία ανθρώπων.
Το ισραηλινό Υπουργείο Δικαιοσύνης είχε εκδώσει, λίγους μήνες μετά τη γέννηση των παιδιών, επίσημη προειδοποίηση για διαδικασίες παρένθετης μητρότητας σε διάφορες χώρες, συμπεριλαμβανομένων των κατεχομένων, λόγω ενδείξεων ότι ορισμένες τέτοιες διαδικασίες πραγματοποιούνται υπό συνθήκες εμπορίας ανθρώπων.
Η προειδοποίηση εκδόθηκε μετά τη συγκεκριμένη υπόθεση και δεν είχε αναδρομική ισχύ.
Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου
Παρότι το Οικογενειακό Δικαστήριο και το Περιφερειακό Δικαστήριο είχαν εγκρίνει την υιοθεσία, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε ομόφωνα διαφορετική προσέγγιση.
Ο δικαστής Νόαμ Σόλμπεργκ επισήμανε ότι η αρχή του υπέρτατου συμφέροντος του παιδιού δεν πρέπει να εξετάζεται αποκλειστικά με βάση τα συγκεκριμένα παιδιά, αλλά και τις επιπτώσεις που ενδέχεται να έχει μια δικαστική απόφαση σε παιδιά που θα γεννηθούν στο μέλλον μέσω ανάλογων διαδικασιών.
Όπως εξήγησε, η ανεπιφύλακτη έγκριση της υιοθεσίας θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι νομιμοποιεί πρακτικές τεκνοποίησης χωρίς επαρκή νομική ρύθμιση και εποπτεία.
Το δικαστήριο δεν απέκλεισε οριστικά την υιοθεσία, αλλά απαίτησε από τους δύο άνδρες να καταβάλουν ουσιαστικές προσπάθειες εντοπισμού των παρένθετων μητέρων, προκειμένου να εξασφαλιστεί η πλήρης και νομικά έγκυρη συγκατάθεσή τους.
Η απόφαση αναδεικνύει τα προβλήματα που μπορεί να προκύψουν από διασυνοριακές διαδικασίες παρένθετης μητρότητας σε περιοχές όπου απουσιάζει αναγνωρισμένο και επαρκές νομικό πλαίσιο.



