Το Κακουργιοδικείο Αμμοχώστου, τη Δευτέρα ανακοίνωσε την αθώωση από όλες τις κατηγορίες των πέντε κατηγορουμένων, οι οποίοι κατηγορούνταν για απαγωγή, βιασμό ή άλλες πράξεις σεξουαλικής κακοποίησης σε βάρος γυναίκας, καθώς όπως αναφέρεται στην απόφαση, η μαρτυρία της παραπονούμενης παρουσίασε ουσιώδεις αντιφάσεις και ουσιαστικά ρήγματα.
Η υπόθεση αφορά καταγγελία 20χρονης Αγγλίδας κατά πέντε Ισραηλινών που καταγγέλθηκε ότι συνέβη στις 3 Σεπτεμβρίου 2023 στην Αγία Νάπα.
Στην ανακοίνωση του, το Κακουργιοδικείο αναφέρει ότι μετά από ακροαματική διαδικασία που διεξήχθη εν μέρει κλεισμένων των θυρών απάλλαξε και αθώωσε τους κατηγορουμένους έναν έως 5, σε σχέση με όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν και οι οποίες αφορούσαν σε δύο κατηγορίες βιασμού, μία κατηγορία σεξουαλικής κακοποίησης δια διείσδυσης, μια κατηγορία εξαναγκασμού σε διάπραξη συνουσίας ή άλλων πράξεων σεξουαλικού χαρακτήρα, μία κατηγορία σεξουαλικής παρενόχλησης και τέλος μια κατηγορία απαγωγής.
Η καταγγελία
Υπενθυμίζεται ότι οι κατηγορούμενοι, από την αραβική ισραηλινή πόλη Ματζντ αλ-Κρουμ, όλοι ηλικίας μεταξύ 19 και 20 ετών κατά τη φερόμενη επίθεση, καταγγέλθηκαν στην αστυνομία από τη Βρετανίδα το βράδυ της Κυριακής, 3 Σεπτεμβρίου 2023.
Στην αρχική της κατάθεση στην κυπριακή αστυνομία, η Βρετανίδα ισχυρίστηκε ότι ένα μέλος της ομάδας την προσέγγισε στο πάρτι στην πισίνα και «της φλέρταρε».
Στη συνέχεια υποστήριξε ότι ο άνδρας την άρπαξε και την οδήγησε στο δωμάτιο του ξενοδοχείου της, όπου προσπάθησε να της αφαιρέσει το μαγιό.
Οι υπόλοιποι ύποπτοι μπήκαν τότε στο δωμάτιο. Ένας από αυτούς φέρεται να ήρθε σε σεξουαλική επαφή μαζί της παρά τη θέλησή της.
Η Βρετανίδα υποστήριξε ότι τελικά κατάφερε να διαφύγει από το δωμάτιο, σπρώχνοντας τους φερόμενους δράστες και βρήκε τους φίλους της στο πάρτι στην πισίνα, οι οποίοι την συνόδευσαν στην αστυνομία για να καταγγείλει το περιστατικό.
Γιατί απέρριψε την εκδοχή της Βρετανίδας
Στην ανακοίνωση του Κακουργιοδικείου σημειώνεται ότι ως προέκυψε κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, η εκδοχή της παραπονούμενης δεν είχε συνοχή και περιείχε πολλές ουσιώδεις αντιφάσεις.
Ειδικότερο το Κακουργιοδικείο εντόπισε αντίφαση στη μαρτυρία της παραπονούμενης σε σχέση με την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία της Αστυφύλακος ως προς τον τρόπο διεξαγωγής της αναγνωριστικής διαδικασίας ενώ περισσότερες αντιφάσεις εντόπισε σε σχέση με τις ίδιες τις αναγνωρίσεις στις οποίες προέβη η παραπονούμενη.
Επίσης το Κακουργιοδικείο σημειώνει ότι παρόλο δε που σημειώθηκε από το Δικαστήριο πως τέτοιες αντιφάσεις δεν είναι παράδοξο να συμβούν, εντούτοις αυτό που ενέτεινε τις αμφιβολίες αναφορικά με την αξιοπιστία της παραπονούμενης ήταν οι καθόλα δυσνόητες και αλλοπρόσαλλες εξηγήσεις που προσπάθησε να δώσει εν σχέση με τις αντιφάσεις που παρουσιάζονται τις αναφορές της οδηγώντας το Δικαστήριο να μην μπορεί εν τέλει να αντιληφθεί, ποιος ήταν ο λόγος που προέβη σε αυτές τις αντιφατικές αναφορές εν σχέση με τις αναγνωρίσεις.
Το δικαστήριο επισήμανε ότι μία από τις φίλες της καταγγέλλουσας κατέθεσε πως απλώς την είδε να φεύγει από το πάρτι με έναν άνδρα, αντικρούοντας τον ισχυρισμό ότι μεταφέρθηκε βίαια στο δωμάτιό της.
Η καταγγέλλουσα έδωσε αρκετές δηλώσεις στις αρχές, καθεμία από τις οποίες περιείχε αντιφατικά στοιχεία για τον αριθμό των φερόμενων δραστών και τον ρόλο τους στο περιστατικό.
Το δικαστήριο ανέφερε επίσης ότι οι ένοικοι του διπλανού δωματίου διέψευσαν τους ισχυρισμούς της ότι φώναζε για βοήθεια.
Το Κακουργιοδικείο αναφέρει ότι επιπλέον μαζί με τα πιο πάνω συνυπολογίστηκε και ότι η παραπονούμενη βρισκόταν σύμφωνα με τις εξετάσεις του κρατικού χημείου υπό την επήρεια σημαντικής ποσότητας αλκοόλης καθώς και ναρκωτικών τάξεως A (MDA και MDMA), ωστόσο όχι τέτοιας έκτασης που να της αφαιρέσει τη δυνατότητα να συναινέσει, αφού ως ήταν και η θέση της ίδιας εκ της κατανάλωσης αισθανόταν μόνο λίγο ζαλισμένη.
Ακόμα, αν και οι τοξικολογικές εξετάσεις έδειξαν ότι η γυναίκα είχε καταναλώσει αλκοόλ και MDMA, τα επίπεδα δεν ήταν αρκετά για να της στερήσουν τη δυνατότητα συναίνεσης.
Ιατροδικαστική εξέταση δεν μπορούσε να προσδιορίσει αν οι εκδορές που έφερε η γυναίκα προήλθαν από συναινετική σεξουαλική επαφή ή από τη φερόμενη επίθεση.
Η έρευνα στο δωμάτιο εντόπισε ίχνη αίματος στο πάτωμα και στα σεντόνια του κρεβατιού.
Ωστόσο, τα δείγματα DNA που συλλέχθηκαν από δύο από τους πέντε κατηγορούμενους απορρίφθηκαν από το δικαστήριο, καθώς ο δικαστής φέρεται να έκρινε ότι τα δείγματα ελήφθησαν παράνομα, αφού παρουσιάστηκαν στους κατηγορούμενους ως τεστ κορωνοϊού.
Ο συνήγορος των δύο αυτών κατηγορούμενων, Νιρ Γιασλοβίτς, δήλωσε:
«Χαιρετίζω την απόφαση του δικαστηρίου, το οποίο ακύρωσε τον τρόπο με τον οποίο η κυπριακή αστυνομία έλαβε παράνομα τα δείγματα DNA από τους πελάτες μου, καταπατώντας τα δικαιώματά τους».
«Δεν μπορώ να περιγράψω πώς νιώθω», δήλωσε ένας από τους κατηγορούμενους στο ισραηλινό ειδησεογραφικό μέσο Ynet.
«Ήμουν στη φυλακή για ενάμιση χρόνο, αλλά τώρα με αφήνουν ελεύθερο... Τα ξεχνάω όλα. Θέλω να επιστρέψω στο Ισραήλ και είμαι ευτυχισμένος».
Ο δικηγόρος της ομάδας, Νιρ Γιασλοβίτς, δήλωσε στα ισραηλινά μέσα Channel 12 και Ynet: «Πρόκειται για μια γενναία απόφαση, η οποία απέρριψε πλήρως την εκδοχή της καταγγέλλουσας και αποδέχθηκε πλήρως την εκδοχή των πελατών μου».
Διαβάστε επίσης: Αθώοι οι 5 Ισραηλινοί για την πολύκροτη υπόθεση καταγγελίας ομαδικού βιασμού