
22.03.2025
Τίτος Χριστοδούλου
H έννοια του «γενοκτονικού βιασμού» φέρνει στο προσκήνιο την χρήση του βιασμού, και μάλιστα μαζικών βιασμών, σαν όπλο του πολέμου. Ο βιασμός γυναικών σαν όπλο πολέμου αποβλέπει σε ένα σκοπό πέρα από τον βιασμό, που εφαρμόζεται πολιτικά, ινστρουμενταλιστικά, για να σκορπίσει τον τρόμο, πολιτικό τρόμο, στην περίπτωση π.χ. του εμφυλίου πολέμου του Περού, ή για να αποσταθεροποιήσει μια κοινωνία και να εξαναγκάσει πληθυσμούς να μετακινηθούν, όπως στην Βοσνία, ή την Κύπρο.
Καθώς σε καιρούς πολέμου, με την στράτευση των ανδρών, οι γυναίκες γίνονται οι πυλώνες του αμάχου πληθυσμού και των τοπικών κοινωνιών, περισσότερο από ό,τι είναι ενδεχομένως σε ειρηνικούς καιρούς, η θυματοποίησή τους διαλύει κάθε σταθερότητα και κάθε αντίσταση της τοπικής κοινωνίας αποψιλώνοντας τον κοινωνικό ιστό σε προσωπικό, ευάλωτο σώμα που μπορεί να προστατευθεί μόνο στην φυγή και την εξαφάνιση.
Μηχανή του πολέμου γίνεται ο βιασμός ή οι βιασμοί των γυναικών όταν αυτοί συστηματοποιούνται σαν λάφυρο, συχνά ανοικτά υπεσχημένο. Οι βιασμοί των γυναικών συστηματοποιούνται τότε σαν μέσο για να ανεβάσουν το ηθικό του μαχόμενου στρατεύματος, να θρέψουν το μίσος και την έννοια ανωτερότητας του εισβάλοντος στρατού και να συντηρήσουν την διάθεση για μάχη.
Ο Ιαπωνικός στρατός «βιομηχανοποίησε» την «σεξουαλική δουλεία» γυναικών στην διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Περίπου 200.000 έως 400.000 γυναίκες, κυρίως Κορεάτισες, αλλά και Φιλιπινέζες, Κινέζες και Ολλανδές από την Ινδονησία, εξαφανίστηκαν σε «σταθμούς ανάπαυσης» (comfort stations), όπου βιάστηκαν μαζικά κι επανειλημμένα, μετακινούμενες από πεδίο μάχης σε πεδίο της μάχης για να δίνουν κίνητρα κι ενθαρρύνουν όπως και να δίνονται σαν αμοιβή σε Ιάπωνες στρατιώτες.
H γενοκτονία δεν ήταν ο άμεσος στόχος, αλλά υπολογίζεται ότι 70 έως 90 τις εκατό των γυναικών αυτών έχασαν την ζωή τους στην αιχμαλωσία, κι ανάμεσα σε όσες είναι γνωστό ότι επέζησαν, καμιά τους δεν μπόρεσε να αποκτήσει παιδιά.
Για παρόμοιους λόγους, ο Αμερικανικός στρατός στο Βιετνάμ βίαζαν Βιετναμέζες και εγκαθίδρυσαν οίκους ανοχής, βασισμένοι στις σκληρές οικονομικές στερήσεις κι ανάγκες παρά με απαγωγές γυναικών για να τους γεμίσουν.
Την ίδια στιγμή, ο γενοκτονικός βιασμός ή βιασμός της εθνοκάθαρσης, όπως π.χ. εφαρμόστηκε στην Βοσνία, χαρακτηρίζεται από πλευρές που είναι ειδικά προσαρμοσμένες στους σκοπούς του, δηλαδή την εκδίωξη των γυναικών από τα σπίτια τους αλλά και την καταστροφή της δυνατότητας αναπαραγωγής μέσα και «για» την κοινότητά τους.
Στην περίπτωση των γυναικών στην Βοσνία, προστίθετο και το ιδιαίτερα οξυμμένο τραυματικό γεγονός ότι οι βιασμοί ετελούντο από γνωστούς και συγχωριανούς κι αυτό ενέτεινε την διάθεση φυγής από την κοινότητά τους, όπου οι παραδοσιακοί κι ομφάλιοι δεσμοί εμπιστοσύνης κι ασφάλειας δεν υφίσταντο πλέον κι είχαν τραυματικά τρωθεί. Ο πόλεμος και η προπαγάνδα είχαν εγείρει τείχη διαφορετικών ταυτοτήτων που έκαναν τους πρώην γείτονες και φίλους θανάσιμους εχθρούς.
Το δεύτερο, και πιο γενικά διακριτό χαρακτηριστικό των γενοκτονικών βιασμών είναι ο εστιασμός των γυναικών ως αναπαραγωγικά δοχεία ή οχήματα. Ο ανοικτός και κοινός στους βιασμούς σκοπός να αναγκάσουν τις Μουσουλμάνες γυναίκες να έχουν παιδιά Σέρβους (σαν το παιδί να είναι το προϊόν του σπέρματος μόνο) δικαιολογούσε τον επανειλημμένο βιασμό κι ενέτεινε τον τρόμο της βιαζόμενης, όπως και την δυνητική απόρριψή της από την κοινότητά της, καθώς θα «κουβαλούσε το παιδί του εχθρού».
Γυναίκες Μπεγκάλι βιάστηκαν για να απισχνάνουν την φυλή τους δημιουργώντας μια τάξη αποταγμένων γυναικών και παιδιών. Αφρικανές δούλες στον Αμερικανικό Νότο βιάστηκαν σαν περιουσία για να παράξουν παιδιά που ανταλλάχτηκαν, πουλήθηκαν και γενικά χρησιμοποιήθηκαν σαν περιουσιακό στοιχείο.
Αλλά ενώ η εγκυμοσύνη των γυναικών του εχθρού μπορεί να αποτελέσει σκοπό του βιασμού, σαν παρέμβαση στην αναπαραγωγική δυνατότητα της βιαζόμενης για την εχθρική φυλή, κι ακόμα και πλήρη ακύρωση ή καταστροφή της σαν παραγωγικού δυναμικού του εχθρού, η εγκυμοσύνη μπορεί να αποτελεί αποτέλεσμα κι όχι άμεσο σκοπό του βιασμού.
Είναι γεγονός ότι όπου γυναίκες βιάζονται κατ’ επανάληψη οι πλείστες γόνιμες γυναίκες θα βρεθούν, σε κάποιο σημείο έγκυοι.
Όταν, π.χ. οι ΗΠΑ κατέλαβαν την Σαϊπάν, παρατηρήθηκε ότι όλες οι γυναίκες που είχαν χρησιμοποιηθεί σαν σεξουαλικά δώρα για τους στρατιώτες, «comfort women», για τον Ιαπωνικό στρατό ήσαν έγκυοι. Αλλά αυτά τα ειδικά χαρακτηριστικά δεν θέτουν τους γενοκτονικούς βιασμούς σε μια ειδική κατηγορία που τους καθιστά περισσότερο ή λιγότερο βιασμούς.
Ούτε και αντανακλούν το πλήρες φάσμα των θηριωδιών, απωλειών, βλαβών και πόνου που υφίστανται οι γυναίκες σαν αποτέλεσμα του συνδυασμού βιασμών και εθνοκάθαρσης. Είναι σημαντικό να δούμε τον συνδυασμό των εγκλημάτων αυτών σαν εγκλήματα που στηρίζονται στην εθνικότητα των θυμάτων και σαν εγκλήματα που στοχεύουν στο φύλο τους.
Ένας συνδυασμός που φέρει τα δικά του απεχθή χαρακτηριστικά, αλλά που δεν αμβλύνει τα ξεχωριστά χαρακτηριστικά κάθε «άποψης» του συνδυασμού αυτού, με τον βιασμό να διατηρεί τα δικά του χαρακτηριστικά κι αιτιολογία, σαν έγκλημα με το δικό του φύλο κατά του γυναικείου φύλου.
H αποτυχία διάκρισης των δύο είναι σαφής στην αποτυχία των Ηνωμένων Εθνών και της διεθνούς κοινότητας να αναγνωρίσουν ότι τα εγκλήματα κατά των γυναικών, εγκλήματα που στρέφονται κατά του φύλου, πρέπει να αναγνωρίζονται σαν ιδιαίτερη κατηγορία εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας.
Η αποκρυστάλλωση των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας μετά το καταλυτικό γεγονός του Ολοκαυτώματος, σχέτισε τα εγκλήματα αυτά με το θρήσκευμα και την φυλή, σαν θρησκευτική και εθνική γενοκτονία. Αλλά δεν πρόσθεσε την διάσταση του φύλου, όχι μόνο σαν μέσου των πιο πάνω αλλά και σαν ιδιαίτερης κατηγορίας, εγκλημάτων που βασίζονται στο φύλο και πηγάζουν από αυτό, σαν «Gender Based Crimes».
Τα ακίνητα της εβδομάδας
