
14.03.2025
Τίτος Χριστοδούλου
Μια γυναίκα κλαίει. Η Εκάβη, ανοίγοντας το πρώτο στάσιμο των Τρωάδων του Ευριπίδη. Όπως και στο δράμα με το όνομά της, Σύριες Τρωάδες, στο Old Vic του Λονδίνου.
Η οργή έχει γένος θηλυκό. Κι η απελπισία επίσης. Ενώ ο πόλεμος αρσενικό. Τα πιο τραγικά κι αβοήθητα θύματα του πολέμου επέλεξε ο εικονοκλαστικός, τραγικότερος των τραγικών, Ευριπίδης, για να ορθώσει, με τις Τρωάδες του, τον αντιπολεμικό του λόγο, στα 414πΧ., στο απότοκο της Αθηναϊκής ύβρεως της σφαγής των Μηλίων, και πώλησης των δορυάλωτων γυναικών και παδιών τους, στην δουλεία. Τον Ευριπίδη επέλεξαν οι 'Queens of Syria', 13 Σύριες ηθοποιοί, πρόσφυγες από την φλεγόμενη Συρία, που ποτέ δεν είχαν εμφανισθεί στην σκηνή, για να αφηγηθούν σε βρετανικό θεατρικό κοινό τις κοινές με την Εκάβη και την Ανδρομάχη και τις άλλες Τρωαδίτισσες βασίλισσες, τώρα σκλάβες στα καράβια των Ελλήνων, ιστορίες τους απώλειας, φυγής κι εξορίας.
Για τις Σύριες ηθοποιούς, που έστησαν το ερασιτεχνικό θεατρικό τους σχήμα, 'Queens of Syria', για σκοπούς 'θεατρικής θεραπείας', η περιοδεία τους στην Βρετανία με τις Τρωάδες του Ευριπίδη θα τους επιτρέψει να μεταφέρουν στο διεθνές κοινό τις προσωπικές τους τραγωδίες που υφαίνονται σαν στιγμές στην μεγάλη τραγωδία της Συρίας, όπου ο πενταετής πόλεμος έχει αφήσει 470.000 νεκρούς και εκατομμύρια αστέγους, οδηγώντας στην μεγαλύτερη προσφυγική κρίση από της εποχής του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. "Όλοι έρχονται να μας βομβαρδίσουν, αλλά κανείς δεν μας θέλει, ξεσπιτωμένες, στα σπίτια τους! Είμαστε οργισμένες!"
Η οργή στον Σοφοκλή μας δίνεται σε πληθυντικό αριθμό: 'αστυνόμους οργάς εξειργάσατο'. Στον τραγικό χορό των Τρωάδων του Ευριπίδη ο αριθμός των θυμάτων είναι πληθυντικός, μαζικός σωρός όπως τα ερείπια της καμένης Τροίας. O λόγος όμως είναι προσωπικός, όπως προσωπικό βιώνεται το δράμα, εξατομικεύουσα η τραγωδία που πλήττει τον καθένα, με την δική του ιστορία στο μεγάλο σχήμα του ανθρώπινου δράματος. Του δράματος της απανθρωποποίησης του νικητού, που ωστόσο, θυμίζει ο τραγικός Ευριπίδης, με τα λόγια της Κασσάνδρας του, πρέπει να θυμάται την 'τύχη', που τόσο αναπάντεχα αναποδογυρίζει τις απαντοχές των ανθρώπων."
Η βασίλισσα ανοίγει τους πρώτους λυρικούς στίχους του έργου με μια ραγισμένη αποφασιστικότητα, μια 'πολιτική διαχείρισης της απελπισίας' της. Γυρεύει να 'σηκώσει κεφάλι' ('επάειρε δέρην', 99) ώστε να αναμετρηθεί με ό,τι την περιμένει, μέσα στην απελπισία της να διερευνήσει τις όποιες ελπίδες, δηλαδή, το καλύτερο μέσα στο χειρότερο'. Μια 'αποφασισμένη παραίτηση' στην μοίρα, που καλεί και τις άλλες Τρωαδίτισσες να ακολουθήσουν: "Αφεθείτε στο κύμα, όπου κι η μοίρα σας στρέψτε το τιμόνι, τα πανιά αφήστε στης τύχης τους ανέμους, την πλώρη μην γυρίστε ενάντια στης ζωής το ρέμα" - 'μεταβαλλομένου δαίμονος ανέχου / πλεί κατά πορθμόν, πλεί κατά δαίμονα / μηδέ προσίστω πρώραν βιότου / προς κύμα πλέουσα τύχαισιν' (102-3). Η επιμονή του ποιητού στην άσχημη τροπή της παντοδύναμης μοίρας, της 'τύχης τους ανέμους' αντηχεί την - αλγεινή για τους θεούς - εντύπωση που ήδη έχουν κάνει οι πρώτοι στίχοι του δράματος: τέσσερις φορές ως τύχη αναφέρει η 'δυσδαίμων' Eκάβη τον όρο 'δαίμων', ενώ το δράμα ανοίγει με τον Ποσειδώνα να συμφωνεί να συνδράμει τα αισθήματα εκδίκησης της Αθηνάς, που, ενώ δέκα χρόνια βοηθούσε τους Αχαιούς να καταστρέψουν την Τροία, η μεθυσμένη τους συμπεριφορά στην νίκη τους, η σπίλωση των βωμών της θεάς, την έχει στρέψει εναντίον τους: βοηθούντος του Ποσειδώνος, η θάλασσα τους περιμένει απειλητικά σαν θανάσιμη εχθρά τους. Μια ειρωνική παρένθεση που περιβάλλει όλο το δράμα, επισκιάζοντας τα σχέδια ή τις προβλέψεις νικητών και ηττημένων.
Η Εκάβη γνωρίζει πως οι αυθαίρετοι θεοί έχουν, για την ώρα, στραφεί εναντίον της, όπως κι ενάντια στην καμένη πια πόλη της. Δεν στρέφεται, όμως, εδώ εναντίον τους. Το έργο αφήνει τις ειρωνικές ή σατιρικές συνεπαγωγές της θεϊκής κακοπιστίας για το κοινό. Η πίκρα της, στην οποία δίνεται ολότελα, αφορά την σπαρακτική νοσταλγία της που αντιπαραβάλλει τον τωρινό θρήνο, σαν πουλί πάνω από τα κλωσσόπουλα στην τσακισμένη φωλιά της, με το πόσο περήφανη, βασίλισσα στα παλάτια του Πριάμου, οδηγούσε με το τραγούδι της, στηριγμένη στο σκήπτρο του Πριάμου, τους χορούς των Τρωαδίτισσων να τιμήσουν τους θεούς" '(146-52). Η αντίθεση αντηχείται στα τρομαγμένα, ερωτηματικά τιτιβίσματα του εισερχομένου χορού των συντρόφων της τώρα στην αιχμαλωσία πριγκιπισσών: "Ποιά τα νέα; Τί θα μας συμβεί; Ποιού στρατηγού το καράβι θα μας πάρει δούλες; Ήδη, τα πλοία σαλπάρουν! ( 'ποί λόγος ήκει; - τί θέλουσ'; - ή πού μ' ήδη ναυσθλώσουσιν πατρίας εκ γας; - Αργείων προς ναυς ήδη κινείται κωπήρης χειρ'...) Η Εκάβη μπορεί μόνο να απαντήσει με την ίδια αποφασισμένη παραίτηση στην μοίρα, που έχει δείξει ήδη, και που ορίζει τον τόνο όλου του δράματος: "Δεν ξέρω, αλλά περιμένω το χειρότερο!": 'ουκ οίδα, εικάζω δ' άταν' (163).
Τα ακίνητα της εβδομάδας
