
09.03.2025
Τίτος Χριστοδούλου
Ακούγοντας πρωί πρωί κάποιον ακροατή στο ράδιο, μυρίστηκα άνοιξη αφού μιλούσε για τα καλωσορίσματά του στα χελιδονόπουλα που τιτιβίζουν στις τρεις χελιδονοφωλιές στο μπαλκόνι του. Ομοίως επέστρεψαν τα χελιδόνια τις χελιδονοφωλιές στο πάρκιγκ στην πιλοτή της πολυκατοικίας μας... Οφειλή το αρχαιόθεν ποιημάτιον τους...
Ήλθε, ήλθε χελιδών
καλάς ώρας άγουσα καλούς ενιαυτούς
επί γαστέρι λευκά, επί νώτα μέλαινα
Παλάθαν συ προκύκλει εκ πίονος οίκου
οίνου τε δέπαστρον, τυρών τε κάνιστρον
και Πυρών α χελιδών και λεκιθίταν
Ουκ απωθείται. Πότερ’ απίωμες ή λαβώμεθα;
Ει μεν τι δώσεις ει δε μη, ουκ εάσομες
Ή ταν θύραν φέρομες ή θυπερθυρον
Ή ταν γυναίκα ταν έσω καθημέναν
μικρά μεν εστί, ραδίως νιν οίσομες
Αν δη φέρης τι, μέγα δη τι φέρεις
Άνοιγ’, άνοιγε ταν θύραν χελιδόνι
Ου γαρ γέροντες εσμέν, αλλά παιδία.
Ήρθε, ήρθ’ η χελιδόνα
φέρνοντας καλοκαιριά και καλή χρονιά
στην κοιλιά της άσπρη και στη ράχη μαύρη
Πέταξε μας μια αρμαθιά απ’ το πλούσιο σπίτι σου
και μια κούπα με κρασί και πανέρι με τυρί
και σταράκι η χελιδόνα και τσουρέκι
Δεν περιφρονεί. Τι θα γίνει; Φεύγουμε ή παίρνουμε;
Αν μας δώσεις κατιτίς, ειδαλλιώς δε φεύγουμε
ή την πόρτα παίρνουμε ή τ’ ανώφλι της
ή την κυρά που μέσα κάθεται
μικρή είναι κι εύκολα την παίρνουμε
κι αν μας δώσεις κατιτίς κοίτα να ‘ν’ της προκοπής
Άνοιγε, άνοιγε την πόρτα στη χελιδόνα
Γέροντες δεν είμαστε, είμαστε παιδιά.
Τα ακίνητα της εβδομάδας
