Οι σκεπτόμενοι Έλληνες της Κύπρου διερωτώνται και ρωτούν: Ο επόμενος Πρόεδρος θα αρχίσει νέον κύκλο Συνομιλιών από εκεί που έμεινε στο Κραν Μοντανά; Θα επιδιώξει νέου είδους Συνομιλίες, με νέο περιεχόμενο και νέες προϋποθέσεις; H τουρκική πλευρά θα δεχθεί νέες Συνομιλίες; Θα δεχθεί νέες προϋποθέσεις; Θα δεχθεί αλλαγή θέσεών της όπως καταγράφηκαν στο Κραν Μοντανά, στις επόμενες Συνομιλίες; Τα ερωτήματα αυτά δεν έχουν απαντήσεις. Οι υποψήφιοι Πρόεδροι δεν μπόρεσαν ή δεν θέλησαν να δώσουν συγκεκριμένες απαντήσεις, ώστε να ενημερωθεί ο δύσμοιρος Κυπριακός Λαός.

Η γενική εκτίμηση, με βάση το παρελθόν και τα κλισέ του, είναι ότι θα αρχίσουν κάποια ώρα, κάποιες Συνομιλίες, με κάποια και πάλιν αβάσιμη και ανεδαφική αισιοδοξία. Αβάσιμη και ανεδαφική γιατί η Τουρκία δεν θα υποχωρήσει. Και είναι πρόδηλο ότι ουδείς έχει τη δύναμη σήμερα με διπλωματικές πιέσεις να επιτύχει αλλαγή των Τουρκικών Επεκτατικών Σχεδίων κατά της Κύπρου. Τι, λοιπόν, μπορεί να αναμένει ο Κυπριακός Ελληνισμός και ο Κυπριακός Λαός γενικότερα; Οποιαδήποτε νέα προσπάθεια λύσεως του Κυπριακού στ’ αχνάρια των προηγούμενων προσπαθειών, έχει δυνατότητα επιτυχούς κατάληξης;

Η απάντηση είναι αρνητική. Είναι ΔΕΔΟΜΕΝΟ ότι η Τουρκία θέλει έλεγχο εφ’ όλης της Κύπρου. Είναι ΔΕΔΟΜΕΝΟ ότι δεν πιέζεται αποτελεσματικά, για εγκατάλειψη του Στρατηγικού της Στόχου για έλεγχο της Κύπρου ολόκληρης. Είναι ΔΕΔΟΜΕΝΟ ότι η Τουρκοκυπριακή Κοινότης στην Κύπρο δεν είναι παράγων λύσης του Κυπριακού. Ενεργεί κατ’ εντολήν και πλήρως υποταγμένη στην Άγκυρα. Τα δεδομένα αυτά με γεωμετρική ακρίβεια προδικάζουν νέα αδιέξοδα.

Τα υφιστάμενα αδιέξοδα δεν μπόρεσε ο Αναστασιάδης να τα προσπελάσει, όπως νόμιζε, πίστευε, προσδοκούσε. Τουναντίον έφερε πιο σκληρά και άκαμπτα αδιέξοδα. Έφερε όμως και τη βεβαιότητα ότι η Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία, όπως για 43 χρόνια συζητείται και… συμφωνείται, είναι εντελώς ανεφάρμοστη. Δεν μπορεί ούτε να συμφωνηθεί, ούτε κι αν συμφωνηθεί, να εφαρμοστεί. Είναι (όπως διαμορφώθηκε νομικά και δομικά) καταστροφική. Οδηγεί κατ’ ευθείαν στη διάλυση και της Κυπριακής Πολιτείας και της Κύπρου. Και στον εξανδραποδισμό των Ελλήνων.

Τι, λοιπόν, θα πράξει ο επόμενος Πρόεδρος; Τι διαφορετικό από αυτά που έπρατταν οι προηγούμενοι; Μόνο χειρότερα μπορεί να πράξει. Και αυτό γιατί η Τουρκία είναι σήμερα και θα είναι αύριο, πιο απαιτητική, πιο άκαμπτη, πιο σκληρή, πιο αρπακτική, πιο κατακτητική. Και δυστυχώς για μας πιο ισχυρή με τον de facto ρόλο που διαδραματίζει στην ευρύτερη περιοχή μας. Ένα ρόλο που της προσδίδει δύναμη παγκοσμιότητος…

Οι Προεδρικές Εκλογές, τότε, ποια σημασία έχουν; Τι θα αλλάξει ως προς την προοπτική καλύτερου μέλλοντος της Κύπρου; Τι θα γίνουν και πού θα καταλήξουν οι υποσχέσεις των υποψηφίων Προέδρων προς τον Λαό για καλύτερο μέλλον, για ταχύτερη και δίκαιη «λύση», που δόθηκαν με γαλαντομία και δαψίλεια; Μέρος του Λαού χειροκροτεί, μέρος απελπίζεται, μέρος ψηφίζει, μέρος αρνείται να προσεγγίσει τις κάλπες, μέρος ψηφίζει λευκό για να διαμαρτυρηθεί… Αυτός ο Λαός με τον έναν τρόπο ή τον άλλο θα έχει νέο Πρόεδρο. Νέα ελπίδα, όμως, δεν θα έχει. Νέα πορεία δεν θα έχει. Νέα ζωή δεν θα δημιουργήσει.

Μπορεί τουλάχιστον ο Λαός να καλέσει την ηγεσία του να ενωθεί, να συσκέπτεται ατέλειωτα μέχρις ότου βρει τις λύσεις στα μακάβρια ερωτήματα υπάρξεως του Κυπριακού Ελληνισμού στον τόπο του; Μπορεί αυτή η ηγεσία να συνειδητοποιήσει την τραγική πορεία αυτού του Λαού και τουλάχιστον να ενώσει τις δυνάμεις της και να αναζητήσει τον νέο δρόμο επιβίωσης; Αυτά δεν εξαρτώνται από άλλους, έξωθεν. Είναι εξαρτημένα από την ωριμότητα και φιλοπατρία των Ελλήνων της Κύπρου. Μπορούν; Αν δεν μπορούν, θα μας «κατρακυλήσουν» πιο βαθιά στης συμφοράς τη σκάλα.